εξορίες

από μικρή με συγκινούσαν οι ιστορίες για χαμένες πατρίδες. να φταίει που διάβασα νωρίς τον βενέζη; θρήνησα κι εγώ για τα κιμιντένια, κι ας μην είχα ρίζες από κείνη τη μεριά της γης. η αίσθηση της αποκοπής από κάτι αγαπημένο προκαλούσε έναν βαθύ πόνο που δεν μπορούσα να εξηγήσω. το να πρέπει να επιλέξεις τι θα πάρεις και τι θ αφήσεις πίσω μου φαινόταν μια διαδικασία αδιανόητη. πώς διαλέγεις τι είναι πιο σημαντικό; με τι καρδιά αφήνεις πίσω ακόμα και τα καθημερινά αντικείμενα, αυτά που θεωρούσες τόσο δεδομένα πριν λίγο; και πώς ξεκινάς από την αρχή, αν υποτεθεί ότι επιβιώνεις;

ως μοναχοπαίδι, είχα την τάση να δένομαι με τα πράγματα, θεωρώντας πως παρέχουν μια αίσθηση ασφάλειας. τα κουκλάκια γύρω απ το κρεβάτι μου έδιωχναν τα κακά όνειρα. πώς λοιπόν θα μπορούσα να πάρω ένα μόνο μαζί μου, αν χρειαζόταν να εκκενώσουμε εγκαίρως την πρωτεύουσα; θα ήμουν ένα πολύ αποτυχημένο προσφυγάκι, κουβαλώντας όλο τον μικρόκοσμο του δωματίου μου σ ένα τεράστιο μπόγο που θα περιείχε λούτρινα, βιβλία, φωτογραφίες, δωράκια, χαρτάκια, κι ένα σωρό ασυνάρτητα μικροπράγματα.

μεγαλώνοντας δεν βελτιώθηκα και πολύ. τα ίδια συνέχισαν να με συγκινούν, χαμένες πατρίδες και ανεκπλήρωτοι έρωτες. το γονίδιο του ρακοσυλλέκτη συνέχισε να υπερτερεί των υπόλοιπων και να με ωθεί στο να μαζεύω σχεδόν τα πάντα, από εισιτήρια και σημειώσεις, μέχρι παλιά ρούχα, για να τα κάνω κάποια στιγμή κοσμήματα. μόνο που άρχισε σιγά σιγά ο κόσμος μου να μετατρέπεται σε εξορία, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω. οι εκπληρωμένοι έρωτες ξέφτισαν, αυτό που οι πολλοί αποκαλούν πατρίδα το νιώθω να με διώχνει, βίωσα την εξορία της χαμένης αγκαλιάς και τον πόνο του ανέστιου. και τώρα που, μεταξύ αστείου και σοβαρού, παίζοντας λίγο, έχω αναγκαστικά αυτοεξοριστεί από το σπίτι μου για λίγες μέρες, παίζω ξανά με την ιδέα της χαμένης πατρίδας, όπως αυτή την αντιλαμβάνεται ο καθείς. εκ του ασφαλούς βέβαια, το ξέρω. το βλέπω λίγο και στην πλάκα το προσωρινό μου ξεσπίτωμα. αλλά πίσω απ την πλάκα ξεπηδάει ο φόβος του ανέστιου, του μη ανήκειν, του να είσαι πάντα στην απέξω. κι αυτό δεν έχει πλάκα. κι αν έχω πια συμφιλιωθεί με την εξορία από το αγαπημένο μου μέρος στη γη, δεν παύει να πονάει αυτό το ξερίζωμα από τις ευκολίες και τις καβάτζες μου. και το μοναχικό μοναχοπαίδι να μη θέλει να ρωτήσει τα υπόλοιπα παιδιά αν θέλουν να παίξουν, γιατί μπορεί να μην του αρέσει η απάντηση.

Image

 

[κι αν στον παράδεισο σημαδέψω ένα νησί, ελπίζω να μην προκύψει απαράλλαχτο η μακρόνησος]

Advertisements

One thought on “εξορίες

  1. Το ΄χα κι εγώ αυτό το πρόβλημα του τι να πάρω τι ν αφήσω, γι αυτό και δεν μπόρεσα να απαντήσω ποτέ σε κουίζ τυπου «3 πράγματα που θα παίρνατε μαζί σας σ’ ένα ερημονήσι» . Ακόμα το ΄χω.

    Όσο για τη Μακρόνησο, αντίκρισα το νότιο άκρο της πρόσφατα και αναλογιζόμουν το ίδιο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s