οι κυρίες του μουσείου

φοράνε τα ταγιέρ τους, μια σοβαρή όσο και αδιάφορη μπλε στολή, έχουν τα μαλλιά τους όλες σχεδόν με τον ίδιο τρόπο κομμένα και χτενισμένα, δεν ξέρουν αγγλικά. είναι χωμένες σε σκοτεινές, ανήλιαγες αίθουσες, χωρίς να εκτιμούν πολύ τους πίνακες που πρέπει να προσέχουν. οι περισσότερες έχουν ή μοιάζουν να έχουν περάσει εδώ και καιρό τα πενήντα. θυμούνται τον κομουνισμό, την αλληλεγγύη, ζουν στη νέα εποχή. οι γονείς τους τους έχουν πει ιστορίες από τα πιο παλιά, μερικές από τον πόλεμο, άλλες πιο ευχάριστες. για τον ήλιο που ζεσταίνει την παλιά πόλη, για τις βόλτες με βάρκα στον βιστούλα, για τις χαρές και  τις λύπες που μοιάζουν με όλων των άλλων.

κυκλοφορούν στις αίθουσες του μουσείου χαζεύοντας πιο πολύ εμάς τους τουρίστες, δείχνοντας ενδιαφέρον για τα χρώματα και τις διαφορετικές γλώσσες που μιλάμε. δεν τις συγκινούν και πολύ τα εκθέματα. προτιμούν να κουτσομπολεύουν καθισμένες σε κάποιο πάγκο. τις ξεβολεύουμε όταν μπούμε σε μια άδεια αίθουσα, μιας και πρέπει να κρατήσουν τα προσχήματα, να σηκωθούν από τη θέση τους και να μας θυμήσουν με την παρουσία τους ότι αυτά που κρέμονται στους τοίχους είναι έργα τέχνης, δεν πρέπει να τα αγγίξουμε ή να τα απαξιώσουμε.11100863_376611212545924_1424631725_n

τις κυρίες του μουσείου δεν τις νοιάζει ποιοι είμαστε. μπορεί να περάσουμε ώρες εκεί, να προσπαθήσουμε να μιμηθούμε το ύφος του καλλιτέχνη αντιγράφοντας το έργο του. μπορεί να διασχίσουμε τις αίθουσες βιαστικά για να βγάλουμε την υποχρέωση της επίσκεψης. να μπορούμε να πούμε ‘πήγα, ναι, κάπως αδιάφορο μου φάνηκε, κανένας γνωστός πίνακας’. δεν τις νοιάζει αυτό που κουβαλάει ο καθένας μας. αν χαιρόμαστε που βρεθήκαμε εκεί, αν συγκινηθήκαμε μπροστά σ’ έναν μεσαιωνικό εσταυρωμένο ή αν έλαμψε το βλέμμα μας με τις ελληνικές επιγραφές από την ανασκαφή στο σουδάν.

11124170_376611225879256_1149182482_nγια τις κυρίες του μουσείου είμαστε όλοι ίδιοι: ένας λόγος να ξεβολευτούν από τον πάγκο τους, να ισιώσουν τη φούστα με το λίγο ξηλωμένο στρίφωμα, να φτιάξουν το μαλλί και να δικαιολογήσουν τον μισθό τους. να μας κοιτάξουν επικριτικά αν μιλήσουμε πιο δυνατά από το αποδεκτό, να σιγουρευτούν ότι δεν θα ξεχάσουμε την ευπρέπειά μας σε μια σκοτεινή, απομονωμένη αίθουσα, ότι τα χέρια μας δεν θα απλωθούν πιο μακριά απ’ όσο τους αρμόζει.

οι κυρίες του μουσείου επιβιώνουν.

σφαίρα

έχω μπει σ’ ένα σάιτ και παρακολουθώ τα πλοία που πηγαινοέρχονται στα στενά έξω από το βανκούβερ. μακριά, στον βόρειο ειρηνικό. πιο συγκεκριμένα, ανάμεσα στην πόλη του βανκούβερ και το ομώνυμο νησί απέναντι. είναι άπειρα όσο πλησιάζεις στο λιμάνι, πιο αραιά όσο απομακρύνεσαι απ’ αυτό. έχουν διάφορα σχέδια και χρώματα, ώστε να καταλαβαίνουμε αν πρόκειται για επιβατικό ή φορτηγό πλοίο, τάνκερ, αλιευτικό κλπ. δεν μπήκα τυχαία εδώ. ψάχνω ένα πολύ συγκεκριμένο πλοίο, στο οποίο κάνει το τελευταίο του ταξίδι πριν γίνει επισήμως καπετάνιος ένας παλιός μαθητής μου. τον είχα τριτάκι, ένα ζωηρό πιτσιρίκι που δεν το ικανοποιούσε η συνήθεια, και τώρα πλέει λίγο κάτω απ’ τον πολικό κύκλο. δεν ξέρω το είδος του πλοίου ώστε να ψάχνω μόνο τα κίτρινα βέλη πχ, κι αυτό κάνει πιο δύσκολη την αναζήτησή μου, μιας και δεν υπάρχει φίλτρο του τύπου ‘μεταφέρει εκκολαπτόμενο καπετάνιο’ ή ‘εδώ είναι αυτός που ψάχνεις’.

Στιγμιότυπο οθόνης (3)

όταν είμαι μόνη, μου αρέσει να σκέφτομαι πού βρίσκονται την ίδια στιγμή οι αγαπημένοι μου. περπατώ για παράδειγμα στην πατησίων, βλέπω μες στη λιακάδα τον παρθενώνα να μου χαμογελάει και σκέφτομαι ότι την ίδια στιγμή ο ένας είναι στην αράχωβα, γλιστρώντας στο βουνό, η άλλη στο σπίτι, ας πούμε μελετώντας, η άλλη παίζει με μια φίλη. κάποιος βρίσκεται στην ανδαλουσία κι ανακαλύπτει μια ομορφιά που έχω ήδη δει, κάποιος άλλος ανακαλύπτει έναν νέο έρωτα. μια φίλη είναι στο αεροπλάνο για να επιστρέψει στη βοστόνη, ένας άλλος είναι άρρωστος στο σπίτι. νιώθω τότε σαν να με ενώνει μια αόρατη ακτίνα με όλους αυτούς, που ξεκινάει από μένα και φτάνει στον κάθε αγαπημένο, όπου κι αν βρίσκεται στον πλανήτη. σαν να απλώνεται η ενέργειά μου και να τους αγγίζει. κάπως σαν ακτίνες ήλιου, ή σαν τα αγκάθια ενός αχινού. όσο πιο μακριά, τόσο πιο ενδιαφέρουσα η πρόκληση του αγγίγματος.

μ΄αρέσει αυτό το τέντωμα. απλώνεται η ύπαρξή μου στον χώρο, ακολουθώντας τους ταξιδιώτες μου στις περιπέτειές τους. ξεσκουριάζω. βελτιώνω την ελαστικότητα της ψυχής μου πατώντας στην πορεία της αύρας τους.

image-d1e82e27a417518b1ecc8f07781eaaf9d79bbc9002aa655117b120c4695b031f-V

πιο πολύ μου αρέσει η εικόνα που έχω φτιάξει στο μυαλό μου πρόσφατα, με όλους τους ανθρώπους μου σε μια κιβωτό, να περιπλανιόμαστε σε μήκη και σε πλάτη, ανακαλύπτοντας όσα πρέπει ν’ ανακαλυφθούν. καμιά ανάγκη να περιγράψεις όσα βλέπεις αν είναι κι οι άλλοι μαζί σου. καμιά βία να δεις τις φωτογραφίες τους αν το ζεις κι εσύ μαζί τους. φαντάσου το: αιωρούμαστε πάνω από τη γη επιλέγοντας προορισμό, ακροβατώντας σε εύθραυστα τοπία, με πολλά μάτια να ρουφάνε την ομορφιά. κανείς δεν θα λείπει. κανένα κρυμμένο τραύμα σ’ αυτό το ταξίδι ψυχής.

μ’ αυτή τη σκέψη, μοιάζω όλο και λιγότερο με αχινό. τα ταλαιπωρημένα αγκάθια μαζεύονται ξανά, για ν’ αγκαλιάσουν όλη αυτή την αγάπη. μαζεύομαι στη γλυκιά πληρότητα μιας σφαίρας. οι ακτίνες επιστρέφουν προς τα μέσα, σαν λωρίδα του möbius. συνεχίζω να λάμπω.

μια παλλόμενη σφαίρα που λάμπει. δεν είναι κι άσχημα.

κέντρο

φαντάσου ένα τετράγωνο κομμάτι ξύλου, ας πούμε 3×3 μέτρα, όχι πολύ παχύ, αλλά αρκετά δυνατό ώστε να αντέχει ένα κάποιο βάρος χωρίς να σπάει.

το ξύλο αυτό στηρίζεται πάνω σε μια σφαίρα από απροσδιόριστο υλικό, που αν καταφέρει να φωτιστεί από κάτι, απλώνει όμορφους ιριδισμούς στον χώρο. ας πούμε ότι η διάμετρός της είναι περίπου 50 εκατοστά.

η σφαίρα βρίσκεται κάτω από το κέντρο βάρους του ξύλου που λέγαμε, άρα δεν φωτίζεται και πολύ συχνά, άσε που δεν φαίνονται οι ιριδισμοί όταν βρίσκεσαι πάνω στο ξύλο.

πάνω στην ξύλινη επιφάνεια βρίσκομαι εγώ. προσπαθώ να μείνω όσο πιο κοντά γίνεται στο κέντρο, ώστε να μην διαταραχτεί η ασταθής ισορροπία της σύνθεσης και βρεθώ στο κενό. δεν είναι εύκολο. υποχρεώσεις, βάρη και εκκρεμότητες με τραβάνε πότε απ’ τη μια και πότε απ’ την άλλη. η περιέργεια με ωθεί να φτάσω στην άκρη και να δω τι υπάρχει πέρα από το ξύλο, κάτω από την επιφάνειά μου.

έχω προσπαθήσει να συρθώ μέχρι την άκρη και να ρίξω μια ματιά προς την σφαίρα, να δω κι εγώ τους ιριδισμούς, αλλά μετά γέρνουμε όλοι μαζί προς τα κάτω.

κυριαρχεί η αυτοσυντήρηση. επιστρέφω στο κέντρο βάρους μου.

όταν το βλέπει κανείς όλο αυτό από ψηλά, έχει υποθέτω ενδιαφέρον ως χορογραφία. εδώ, χαμηλά, δεν έχει τόση πλάκα.

σινεφίλ

τέτοιες μέρες, εγώ δεν είμαι εγώ.

είμαι μια άλλη εκδοχή μου, αφοσιωμένη στις σπουδές και το ερευνητικό μου έργο. ζω σε μια βορειοευρωπαϊκή πόλη, κάπως σκοτεινή και κρύα, με μεγάλα παλιά κτίρια, κάτι μεταξύ πράγας και μονάχου ας πούμε, και περνάω τις μέρες μου ανάμεσα σ’ ένα σπουδαστήριο και μια σοφίτα με θέα στέγες. σκυμμένη πάνω από βιβλία ή μπροστά σε μια οθόνη υπολογιστή, με το i-pod στ’ αυτιά όταν περπατάω στους δρόμους, με κολάζ από φωτογραφίες διακοπών στον έναν τοίχο, με αναμνήσεις να μου ζεσταίνουν την καρδιά πριν κοιμηθώ, με το όνειρο της επιστροφής λίγο πριν ξυπνήσω. τρώω στο εστιατόριο της σχολής ή ανοίγω κονσέρβες στο γραφείο μου στη σοφίτα, παίρνω ευγενικά τηλέφωνα στους γονείς μου που ανησυχούν για μένα πίσω στην ελλάδα, γράφω πού και πού γράμματα, ηλεκτρονικά και μη, στους λίγους φίλους που έχω αφήσει πίσω να θυμίζουν το παλιό εγώ μου.

τέτοιες μέρες, παίζω σε μια ταινία που δεν γυρίστηκε. στο πρώτο μέρος της, πριν εμφανιστούν οι πρωταγωνιστές κι αρχίσει η δράση.

τέτοιες μέρες, θέλω να πάω με fast forward στο τέλος.

με κεφαλαίο π

υπάρχει μια πόλη όπου μ’ έναν μαγικό τρόπο, όλα γίνονται όπως πρέπει, τη στιγμή που πρέπει. το λεωφορείο έρχεται μόλις φτάσουμε στη στάση, το καραβάκι ξεκινάει μόλις καθίσουμε στην καρέκλα, ο ήλιος δύει μόλις κοιτάξουμε προς τη δύση.

υπάρχει μια πόλη όπου τα ψάρια κολυμπάνε αμέριμνα σε μια υπόγεια δεξαμενή, αδιάφορα για τους τουρίστες που αφήνουν εκστατικές φωνές κοιτάζοντας φωτισμένες κολόνες και κεφάλια μέδουσας.

υπάρχει μια στέγη που όποια ώρα κι αν σκαρφαλώσεις πάνω της, η πόλη θ’ αφεθεί να τη χαϊδέψεις και θα σε κεράσει μαγεία.

υπάρχει ένας δρόμος όπου όλοι συναντιούνται, οι παρέες χορεύουν στις 6μιση το πρωί κι όλα τ’ ακορντεόν παίζουν το τραγούδι σου.

υπάρχει ένα πάρκο με κατασκευές που μπορείς να σκαρφαλώσεις και να ψάξεις την ισορροπία σου σε μια σχοινένια γέφυρα.

υπάρχει μια φουσκαλίτσα από κάψιμο στο χέρι μου που δεν θυμάμαι πώς έγινε, αλλά μου θυμίζει μια βραδιά που τα λόγια έγιναν κουβάρι, μετά ξεμπλέχτηκαν οι κόμποι και μας αγκάλιασαν τρυφερά.

υπάρχει μια άμαξα όπου τραγουδάμε ακόμα σαν την αλίκη, γιατί όπου κι αν πάει, για μας είναι καλά.

προβολέας

μπαινοβγαίνω από ρόλο σε ρόλο, ελίσσομαι ανάμεσα στις ζωές με μέτρια επιτυχία, καμιά φορά λίγο απ’ το μακιγιάζ της μιας ξεμένει και φαίνεται στην άλλη, ξεχνάω να αλλάξω κουστούμι και βγαίνω στη σκηνή με τα ρούχα του άλλου μου ρόλου, ο μακιγιέρ με κυνηγάει λαχανιάζοντας, ο αμπιγιέρ στέκεται απελπισμένος σε μια γωνιά της κουίντας και προσπαθεί να συγκρατήσει κάτι δάκρυα θυμού, το κοινό αναρωτιέται αν ήρθε να δει κωμωδία ή δράμα, μερικοί ζητάνε τα λεφτά τους πίσω, στο γκισέ τούς κάνουν τον δύσκολο, ‘απομακρυνθήκατε, λυπούμαστε πολύ, ο κόσμος πρέπει να μένει κοντά στο ταμείο αν θέλει να αναγνωρίζονται τα λάθη του’, ο σκηνοθέτης μετανιώνει για το κάστινγκ. 

δεν ξέρω τι άλλο να σου πω. έχει χαλάσει το ότοκιου. 

απόψε αυτοσχεδιάζω

Εικόνα

 

 

 

βουτιά

καμιά φορά, η πραγματικότητα χτυπάει ύπουλα. δεν σου έχει δώσει κανένα σήμα. νομίζεις ότι μπορείς να επιπλεύσεις για λίγο ακόμα στον ωκεανό του χρόνου, αγκαλιά με τη σανίδα που φωνάζεις σωτηρία, και ξαφνικά πλαφ, ένα μεγάλο κύμα ρεαλισμού σε φουντάρει στα βαθιά. αγωνίζεσαι να ξανανέβεις εκεί που υπάρχει αέρας, αλλά η αντικειμενική θεώρηση των πάντων έχει παγώσει την επιφάνεια της ζωής και δεν παίρνεις ανάσα. είναι πολύ λυπηρό, γιατί μπορείς μέσα από τον πάγο να δεις τη λιακάδα, αλλά είναι μόνο εικόνα, σαν τις βιτρίνες στα πολυκαταστήματα ή σαν την τηλεόραση.

ελλείψει αέρα, εισπνέεις νερό. ο χρόνος μπαίνει αργά στο σώμα σου, σε μεγάλες γουλιές, που καίνε. τα κύτταρά σου στην αρχή απορούν, μετά πανικοβάλλονται, τέλος αφήνονται εξασθενημένα. τα μάτια σου, καμένα από το οξύ, αναζητούν με λύσσα τη σανίδα. 

κύμα το κύμα, οι ωκεανοί του χρόνου μπαίνουν στο σώμα σου. ο πάγος από πάνω δεν λιώνει με τον ήλιο, όσο λαμπρό κι αν τον φαντάζεσαι. κάποιοι κάνουν βόλτα στον παγωμένο ωκεανό, φοράνε τα παγοπέδιλα τους και χορεύουν ένα ανεπιτήδευτο βαλς πάνω απ’ το κεφάλι σου. δεν τους κρατάς κακία. δεν έχουν μάθει να κοιτάνε χαμηλά οι άνθρωποι, αλλιώς δεν θα ονομάζονταν έτσι.

φυσαλίδες ονείρου έρχονται από απροσδιόριστη πηγή. τις διακρίνεις με μια διστακτική ελπίδα στα ανήμπορα μάτια. ο χρόνος σ’ έχει σχεδόν πνίξει όταν μια απ’ αυτές καταφέρνει να χωθεί στην ύπαρξή σου και να την ανασύρει. δεν το πιστεύεις ότι τη γλίτωσες. καλά κάνεις. είναι μια μικρή παράταση άλλωστε, μέχρι την επόμενη βουτιά στην πραγματικότητα. 

μέτρα λιακάδες μέχρι να ξαναβουτήξεις. 

 

 

ρωτάς;

τον έχω μπερδέψει με ένα σωρό διαφορετικά πράγματα.

με την απίστευτη καύλα που ξυπνάει κύτταρα και νευρώνες και δεν καταλαβαίνει από χώρο και χρόνο. που διεκδικεί το ‘εδώ και τώρα’. που βολεύεται σε οικοδομές, καθίσματα αυτοκινήτων, παραλίες, σινεμά.

με την ανάγκη για ζεστασιά, να βρίσκεις μια αγκαλιά όταν επιστρέφεις, όταν επιστρέφεις, εκεί που σε περιμένουν.

με την αγάπη, βαθιά, απόλυτη, άφθαρτη κι όλα τ’ άλλα επίθετα που την περιγράφουν στην ιδανική της μορφή και της φορτώνουν προσδοκίες.

με τη διάθεση για επικοινωνία, να πω όσα έχω και ν’ ακούσω ό,τι κράτησαν να μου πουν.

με ανάσες κρυφές στον κήπο.

με ήλιους και φεγγάρια και αστέρια και μερικά κλισεδάκια ακόμα, λιγότερο δημοφιλή.

τώρα ξέρω να τον ξεχωρίζω. από τις αντιδράσεις μου. από το πετάρισμα το εσωτερικό όταν τον βλέπω. από την αίσθηση παντοδυναμίας που με στέλνει να κατακτήσω νέες πατρίδες. από το ελαφρύ κοκκίνισμα όταν με κοιτάει. χάνω τα λόγια μου, λέω ασυναρτησίες, ονειροπολώ. σαν εφηβάκι στήνομαι στο παράθυρο και περιμένω να τον φέρει ο δρόμος του από κάτω. στο μυαλό μου παίζει ήδη η σκηνή της καντάδας. μουσικές ξεπηδάνε από τους τοίχους, χρώματα εκτινάσσονται, φως πλημμυρίζει.

απογείωση.

tsimentoplakakia_4

ο έμπειρος εαυτός μου, που δεν έχει άλλη δουλειά να κάνει από το να με παρατηρεί, γελάει χαιρέκακα. υποστηρίζει ότι είμαι ένας νάρκισσος που ερωτεύεται την αντανάκλασή μου στα μάτια τους.

κανείς δεν του δίνει σημασία του ξερόλα.

λίτσα

εντάξει, τις λίστες δεν τις συμπαθώ. ούτε αυτές με τις εκκρεμότητες, ούτε τις άλλες, που μανιχαϊστικά ξεχωρίζουν  κάτι από κάτι άλλο: ποιους θα καλέσουμε στο πάρτι, ποιοι θα μπουν στην κιβωτό, ποιοι θα απολυθούν.

αν μου ζητούσατε μια λίστα που να ακολουθεί αυστηρούς κανόνες και περιορισμούς, το πιθανότερο είναι να αρνιόμουν ευγενικά. θα έστριβα δια του αρραβώνος. μ’ αφήσατε ελεύθερη, το μυαλό ταξίδεψε σε ράφια βιβλιοθηκών, σε εποχές που είχαν κι ένα βιβλίο να τις φωτίζει, σε βιβλία που διαμόρφωσαν την ψυχολογία μιας περιόδου, μη σας πω και τον χαρακτήρα μου ακόμα. μην το δεις σαν κατάλογο βιβλίων. δες το σαν απόσπασμα βιογραφίας, μέσα από τα βιβλία που συντρόφεψαν τις στιγμές.

χωρίς σειρά λοιπόν, ιδού:

  • οι αόρατες πόλεις, του ίταλο καλβίνο: για ένα βράδυ που ήμουν στο λύκειο, ήμασταν στο εξοχικό των γονιών μου και σε μια εκπομπή στο ραδιόφωνο κάποιος διάβαζε αποσπάσματα. το αναζήτησα, το πήρα, το αγάπησα κι ανακάλυψα έναν απ’ τους αγαπημένους συγγραφείς της εφηβείας μου.
  • το άρωμα του ονείρου, του τομ ρόμπινς: κάπου εκεί στο λύκειο ήταν πάλι, δεν θυμάμαι πώς μου προέκυψε, δεν αποκλείω και να με τράβηξε το ‘πρόστυχο’ εξώφυλλο. τον λάτρεψα! κάθε παρομοίωση του ρόμπινς είναι ένα ταξίδι στο σύμπαν των αλλοπρόσαλλων συνειρμών. κι αν με απογοήτευσε με κάποια από τα επόμενα, τις εφηβικές μου αγάπες εγώ τις έχω στο εικονοστάσι του μυαλού μου και δεν τις ξεχνάω εύκολα.
  • ο μπαμπάς μου είχε ζαχαροπλαστείο στο κέντρο της αθήνας. κόσμος πήγαινε κι ερχόταν, κατά καιρούς όλο και κάποιος θα ξεχνούσε κάτι, ζαλισμένος από την περίσσια πειρασμών γύρω του. γυαλιά, ομπρέλες, κλειδιά, σπανιότερα κάτι πιο ενδιαφέρον. τα ‘απωλεσθέντα’ τα κρατούσαν σε μια γωνιά του γραφείου μέχρι να εμφανιστεί ο ιδιοκτήτης, κι αν κανείς δεν τα έψαχνε, ανάλογα με το τι ήταν, ή το πετούσαν ή κάποιος το έπαιρνε. μια μέρα λοιπόν ο μπαμπάς μου επέστρεψε το μεσημέρι μ’ ένα βιβλίο που δεν είχε καν ξεφυλλίσει, αλλά μου το σύστησε σαν τη βιογραφία του. ήταν τα εκατό χρόνια μοναξιάς, ήμουν στην α’ λυκείου κι ο μάρκες μ’ έριξε κατευθείαν σ’ ένα σύμπαν μαγικού ρεαλισμού από το οποίο με δυσκολία βγαίνω όταν πρέπει.
  • είναι ένα περίεργο καλοκαίρι, πριν από 7 χρόνια. χαμένοι σε μια μικρή κοιλάδα στη νότια κρήτη, σ’ ένα δωμάτιο χωρίς ρεύμα (από επιλογή), με λάμπες υγραερίου και άπειρα κεράκια, τζιτζίκια, ηρεμία και τη μέτρηση του κόσμου, του ντάνιελ κέλμαν να γεμίζει τις ώρες ανάμεσα στη θάλασσα, το φως και την προσπάθεια αναγέννησης ενός έρωτα που δεν έμελλε να αναστηθεί.
  • τον χειμώνα της πρώτης γυμνασίου, μου κάνουν δώρο την αιολική γη, του βενέζη. ήταν μια αποκάλυψη για μένα τα κιμιντένια, τα παραμύθια που λέγανε στο υποστατικό, ο πόνος του αποχωρισμού μιας πατρίδας. κι η σκηνή στη βάρκα, με τον σβόλο χώμα που έχει ο παππούς κάτω απ’ το πουκάμισο, ν’ ακούει τους χτύπους της καρδιάς του, ακόμα με κάνει ν’ ανατριχιάζω.
  • πάντα ήμουν λίγο αγοροκόριτσο. και στα αναγνώσματα το ίδιο. πολυάννες, μικρές κυρίες κλπ, ούτε στο ελάχιστο δεν με συγκινούσαν. αντιθέτως, ό,τι έπεφτε στα χέρια μου σχετικό με περιπέτειες το απολάμβανα. προφανώς αγάπησα τον βερν. ήθελα να είμαι στο πλήρωμα του ναυτίλου, να ταξιδέψω στο κέντρο της γης, να γυρίσω τον κόσμο, κι ας μου ‘παιρνε πάνω από 80 μέρες, κι ας τα ‘χανα όλα. ξεχωρίζω τα τέκνα του πλοιάρχου γκραντ, που αναζητούσαν τον πατέρα τους σε τρεις ηπείρους. από  την έκτη δημοτικού μου έχει καρφωθεί στο μυαλό αυτή η περιπέτειά κι έβαλα στόχο να πάω στην παταγονία, ακολουθώντας τα βήματα τους.
  • έχει ένα πράσινο εξώφυλλο, μιλάει για ένα πράσινο σπίτι και στις πρώτες δενξέρωπόσες σελίδες δεν καταλαβαίνεις ποιος μιλάει, τι λέει και τι θέλει να πει. μέχρι να μπεις στον κόσμο του. να καταλάβεις ότι ο λιόσα δεν θα μπει στον κόπο να βάλει τελεία και εισαγωγικά κάθε φορά που αλλάζει το πρόσωπο που μιλάει, αλλά θα σε ταξιδέψει στο αγαπημένο περού με ειλικρίνεια και καμιά προσπάθεια ωραιοποίησης. θα σου πει μια ιστορία μέσα σε πολλές ιστορίες και θα γίνει από τους αγαπημένους σου.
  • το εκκρεμές του φουκώ  σου παίζει ένα παρόμοιο παιχνίδι: θέλει υπομονή για να ξεπεράσεις όλες εκείνες τις πρώτες σελίδες με την αναμονή στο μουσείο τεχνών και επαγγελμάτων, όλες τις εναγώνιες προσπάθειες του πρωταγωνιστή να βρει τον κωδικό του υπολογιστή. ευφυές κύριε έκο: για να αποκτήσεις πρόσβαση στα αρχεία πρέπει να παραδεχτείς ότι δεν έχεις το κλειδί που τ’ ανοίγει.
  • έχουμε και στην ελλάδα μαγικό ρεαλισμό. στο έβδομο ρούχο ανακάλυψα μια εκδοχή της  ελλάδας που με συγκίνησε, ακόμα κι αν η φακίνου στη συνέχεια δεν στάθηκε πάντα στο ύψος των προσδοκιών μου.
  • στην ταραγμένη περίοδο που ωρίμαζα ως αναγνώστρια, εκεί στις αρχές του γυμνασίου, αγάπησα τον κόσμο της αγκάθα κρίστι. με γοήτευε ο τρόπος της να κρύβει μικρές λεπτομέρειες που θα οδηγούσαν αργότερα στη λύση του μυστηρίου παντού: σε μια χειρονομία, σε μια λάθος λέξη, σε κάτι φαινομενικά ασήμαντο. οι δέκα μικροί νέγροι είναι αυτό που θυμάμαι πιο έντονα από εκείνα τα χρόνια. ίσως για την υφέρπουσα αγωνία του ποιος θα είναι η επόμενη απώλεια.
  • στο πανεπιστήμιο έπεσε στα χέρια μου και η ιστορία του κόσμου σε 10 1/2 κεφάλαια, του μπαρνς. ενθουσιάστηκα με το σκουλήκι που είχε κρυφτεί στην κιβωτό, πάλεψα με τα κύματα πάνω στη σχεδία της μέδουσας, ταυτίστηκα με την παρένθεση για την αγάπη.
  • δεν θυμάμαι πολλά από το βιβλίο, ξέρω μόνο ότι μετά τα μετεωρολογικά του τουρνιέ, αγόρασα ό,τι δικό του βρήκα και το ξεκοκάλισα μέσα σε λίγες εβδομάδες.
  • όταν διάβασα τον ωκεανό του αλεσάντρο μπαρίκκο, ενσωματώθηκα πλήρως μέσα στην υγρή μελαγχολία του σκηνικού του. στήνει μια γέφυρα πάνω απ’την ομίχλη που χωρίζει το πραγματικό από το φανταστικό. προσωπικά έμεινα στη γέφυρα ατενίζοντας τις δύο πλευρές με παρόμοια συναισθήματα.
  • μου αρέσει ο μαρτέλ. και η ζωή του πι, πολύ πριν γίνει ταινία, μ’ έστειλε σε αναζήτηση της μέσα μου τίγρης και η βεατρίκη & βιργίλιος με άγγιξαν. ακόμα προσπαθώ να πείσω κάποιους να τα εκτιμήσουν όσο εγώ.
  • ο φόερ είναι πιτσιρικάς (δηλαδή στην διαρκώς διευρυνόμενη κατηγορία ‘πιο μικρός από μένα’) αλλά η γραφή του και στο εξαιρετικά δυνατά & απίστευτα κοντά  και στο όλα στο φως, ο τρόπος του να σε ταξιδεύει στο χώρο και τον χρόνο, οι εμμονές του, όλα μου αρέσουν. 
  • τον άφησα προς το τέλος, γιατί δεν ξέρω ποιο να διαλέξω. ο σαραμάγκου δεν ξεχωρίζει στο μυαλό μου για ένα του βιβλίο μόνο, ούτε μπορώ να σου πω το αγαπημένο μου δικό του. δεν μπορώ να διαλέξω ανάμεσα στο κατά ιησούν ευαγγέλιο ή το όλα τα ονόματα. αλλά σου το ‘πα απ’ την αρχή: δεν μου αρέσουν οι λίστες. 

κάπου εδώ θα σταματήσω. όχι γιατί δεν έχω άλλα αγαπημένα. ή γιατί τέλειωσαν οι βιβλιοστιγμές που θέλω να μοιραστώ μαζί σου. θα σταματήσω για να πάω να διαβάσω τις λίστες των υπόλοιπων που συμμετέχουν στο αφιέρωμα, αναζητώντας το επόμενο βιβλίο που θα με απογειώσει.

καλά ταξίδια μέσα στις σελίδες

vivlia

 

το kizil kum συμμετέχει με χαρά στο μπλογκοαφιέρωμα με στόχο την αποδόμηση κάθε λογοτεχνικής λίστας. ή κάτι τέτοιο. οι υπόλοιπες (κανονικές) λίστες, λίτσες, κατάλογοι κλπ βρίσκονται εδώ:

Αναγεννημένη

Lemon

Ποδηλάτισσα

Rubies & Clouds – ΑΝΩΝΥΜΟΣ

Rubies & Clouds – Nefosis

Rubies & Clouds – RoubinakiM

Το Ιστολόγιο του Ερυθρού Καγκουρώ

Σημειωματάριο

Ο ήχος του Ανέμου

kospanti

Ο Βιβλιοθηκάριος

Τσαλαπετεινός

Γιώργος Μπουλακακης

Κυνοκέφαλοι

θεματολογία

θα γράψω για τις φωτεινές μέρες, όταν ο ήλιος διώχνει κάθε κακή σκέψη

θα σας πω για τη σιγουριά πώς ναι, είμαστε ανίκητοι

θα μιλήσουμε για την ασφάλεια και τη δύναμη που σου δίνει μια αγκαλιά

θα αναλύσουμε τη φόρα που παίρνεις όταν νιώθεις πως σ’ αγαπούν

θα φιλοσοφήσουμε παρέα για τους ανέμους και τα νερά

mpokoros

αλλά όχι σήμερα.